Ιστορικά τεκμήρια που πρέπει να κάνουν την Ρεπούση και την κάθε Ρεπούση να ντρέπονται… [N-A.gr]
Απόσπασμα από τον Τύπο του 1922 για την καταστροφή της Σμύρνης:
Συντάκτης μας επεσκέφθη ξένον διπλωμάτην επιστρέψαντα εκ Σμύρνης δια του γαλλικού θωρηκτού “Λαμαρτίνος”. Ο εν λόγω ξένος παρέμεινεν εις τον λιμένα της Σμύρνης περί το εικοσιτετράωρον και απεβιβάσθη δι’ ολίγην ώραν και εις την Σμύρνην. Αι εντυπώσεις του από την μαρτυρικήν πόλιν, τας οποίας ευηρεστήθη να μας εκθέση, ζωγραφίζουν με πολύ μελανά χρώματα την εν Σμύρνη κατάστασιν.
Εζήσαμεν, λέγει ο επίσημος ξένος, κατά την εικοσιτετράωρον παραμονήν μας εις τον λιμένα της Σμύρνης, μέσα εις μιαν αποπνικτικήν ατμόσφαιραν τρόμου. Αι τραγωδίαι που εξετυλίσσοντο ολίγα μέτρα μακράν μας επίεζαν τα στήθη, μας έπνιγαν. Τα κύμματα εξέβραζαν τριγύρω εις το πλοίον μας επιπλέοντα πτώματα ανδρών παραμορφωμένων και γυναικών γυμνών.
Το πτώμα μιας γυναικός γυμνής με τρομακτικάς πληγάς εις το σώμα της, με τα μαλλιά ξέπλεκα, έπλεε επί πολλήν ώραν κοντά εις τον “Λαμαρτίνον”. Μια δυσωδία αποσυντεθειμένων πτωμάτων εγέμιζε βαρειά την ατμόσφαιραν…
-Απεβιβάσθητε εις την πόλιν της Σμύρνης;
-Ναι, έπρεπε να συναντήσω τας εκεί αρχάς της χώρας μου και απεβιβάσθην, παρ’ όλας τας προσπάθειας των περί εμέ όπως με αποτρέψουν.
Οι δρόμοι της πόλεως ήσαν έρημοι, νεκροί, από καιρού δε εις καιρόν ηκούοντο πυροβολισμοί. Η συγκοινωνία εις τας οδούς έχει εντελώς διακοπή. Είναι πολύ επικίνδυνον, άλλωστε, να κυκλοφορή κανείς εις τους δρόμους κυρίως εις τους εσωτερικούς δρόμους της πόλεως, διότι περιφέρονται ομάδες ατάκτων, αι οποίαι δεν φείδονται ουδενός. Ήτο τρομερά η ολιγόχρονος διαμονή μου εις Σμύρνην. Εζούσα μέσα εις μίαν βαρείαν πνιγηράν ατμόσφαιραν. Παντού αντίκρυζα ζωντανήν την εικόναν του τρόμου και της καταστροφής.
( Ελεύθερον Βήμα, 16 Σεπτεμβρίου 1922 )
Λιμάνι Σμύρν… Μα όχι. Δεν υπάρχει πια Σμύρνη! Υπήρξεν. Είν’ ένας τόπος φλεγόμενος και καπνίζων τώρα, γεμάτος από βοήν και αλαλαγμόν, από κοπετούς και από θρήνους, από τους σπαραγμούς του θανάτου, από φρικιώδη ερείπια.
Η απαισιωτέρα κόλασις επάνω εις την γην. Μη μου ζητάτε περιγραφές.
Από την γέφυραν του πλοίου, επάνω εις το οποίον ευρίσκομαι αυτήν την ταραχώδη Σεπτεμβριανήν νύκταν εδώ κάτω, όπου με παρέσυρε το δημογραφικόν καθήκον και η στοργική ανάμνησις της αγαπημένης Σμύρνης, έχω τα μάτια μου πεταγμένα έξω από τις κόγχες των εκ φρίκης. Και όμως δεν βλέπω.
( Ελεύθερον Βήμα, 17 Σεπτεμβρίου 1922 )
Η καταστροφή της Σμύρνης και οι ξένοι
Μια μαρτυρία που προέρχεται από αδιάσειστα αντικειμενική πηγή: Τον τότε πρόξενο των ΗΠΑ στη Σμύρνη Τζωρτζ Χόρτον, που παρακούοντας τις διαταγές του Αμερικανού Ύπατου Αρμοστή στην Κωνσταντινούπολη έκανε ό,τι μπόρεσε για να σώσει Χριστιανούς.
Στο βιβλίο “The Blight of Asia” -Νέα Υόρκη 1926- τονίζει πως μονάχα η καταστροφή της Καρχηδόνας από τους Ρωμαίους μπορεί να συγκριθεί με τη συμφορά της Σμύρνης. Και προσθέτει:
“Όπως το αντιτορπιλικό ξεμάκραινε από τη φοβερή σκηνή και το σκοτάδι απλωνόταν, οι φλόγες, που φυσομανούσαν πια σε μεγάλο μέρος της πολιτείας, λάμπανε όλο και περισσότερο, δημιουργώντας ένα σκηνικό απαίδιας και μακάβριας ομορφιάς. Ωστόσο στην Καρχηδόνα δεν υπήρχε κανένας Χριστιανικός στόλος ν’ ατενίζει αδιάφορα τη συμφορά, που γι’ αυτήν υπεύθυνες ήταν οι κυβερνήσεις τους. Στην Καρχηδόνα δε βρίσκονταν αμερικανικά καταδρομικά“.
Και προσθέτει:
“Μια στο βρόντο οβίδα που θα έσκαγε πάνω από την τουρκική συνοικία θα συγκρατούσε τη θηριωδία των Τούρκων“. Μα η οβίδα αυτή δεν ρίχτηκε. Τα συμφέρωντα είχαν στομώσει τις μπούκες των κανονιών του πανίσχυρου συμμαχικού στόλου. Κι έτσι με πύρινα γράμματα γράφτηκαν στην ιστορία της ανθρωπότητας τούτοι εδώ οι αριθμοί:
700.000 Νεκροί
1.500.000 Πρόσφυγες
( Δημήτρη Φωτιάδη, Ενθυμήματα, 1981 )
Θα πάρουν φωτιά οι ουρανοί
… από την Σμύρνη έφτανε στο Κορδελιό η ανταύγεια της φωτιάς που αντανακλούσε στις προσόψεις των κτιρίων και κοκκίνιζαν σαν το αίμα που εχύνετο στη Σμύρνη. Μέχρι μέσα στο μεγάλο σαλόνι έφτανε η κόκκινη ανταύγεια και όλα κοκκίνιζαν μέσα στο σπίτι. Ο καιρός ήταν συννεφιά και η ανταύγεια αυτή έφτασε στα σύννεφα, νόμιζες ότι έφτασε η Δευτέρα Παρουσία και ότι θα πάρουν φωτιά οι ουρανοί. Το θέαμα ήταν τρομακτικό, ακούγαμε το μουγκρητό της φωτιάς, τις φωνές εκατοντάδων χιλιάδων γυναικοπαίδων που ζητούσαν βοήθεια…
( Κ. Πολίτη, “Μικρά Ασία”, 1975 )
Ζήσε κόρη μου, για τα άλλα σου παιδιά
Ήμασταν στην Πούντα. Στέκαμε γραμμή για να μπαρκάρουμε. Ό,τι είχαμε, μπόγους, βαλίτσες, τα πετούσαν για να περάσουν. Πέρασε η μητέρα μου, η αδερφή μου έπεσε κάτω, ο κόσμος την πατούσε, δεν μπορούσε να σηκωθεί.
Ένας στρατιώτης καθώς βάσταγε το μωρό της, το τρύπησε με την ξιφολόγχη. Το πέρασε από τη μια άκρια της φασκιάς ως την άλλη. Τι να κάνει; Το ‘βαλε σε μιαν ακρούλα.
“Ζήσε κόρη μου, για τα άλλα σου παιδιά” της είπε η μάνα μας. Εγώ ακόμη δεν είχα περάσει τη ζώνη και με τραβά ένας Τουρκαλάς από το χέρι και μου λέει:
“Ντουρ, μωρή“.
Βάζω κάτι φωνές, κάτι κλάματα. Φωνές και η μάνα μου. Πέρασαν πεντέξι, εμένα πού να μ’ αφήσει να περάσω.
“Αχ παιδάκι μου” λέει η μάνα μου. Πέφτει κάτω και λιποθυμά. Στο μεταξυ΄ο Τούρκος μου δίνει ένα σκαμπίλι, που άστραψε το φως μου. “Τσικάρ παρά” λέει.
Θυμήθηκα το πεντόλιρο, του το ‘δωσα. Μ’ αυτό γλύτωσα. Μου δίνει μια σπρωξιά. Πέφτω κάτω. Κι έσπασα τα γόνατά μου. Έχασα και ένα παπούτσι μου. Πέταξα και το άλλο στη θάλασσα. Εκεί πια οι Ιταλοί μας ανέβασαν αγκαλιά στο καράβι.
Οι Γάλλοι δείξαν βρωμερή στάση. Όσοι κατάφεραν να σκαρφαλώσουν στα καράβια τους, τους ρίχναν πίσω στη θάλασσα. Και τα παλικάρια, πιο πολύ τα παλικάρια ξανάριχναν στο νερό. Σαν τους βλέπαν να ζυγώνουν τους πετούσαν ζεματιστό νερό για να μην μπορέσουν ν’α νέβουν. Οι Εγγλέζοι κάναν, ό,τι κάναν, μα σαν πήγαινε κανείς στα πλοία τους για να σωθεί, τον δέχονταν καλά. Δεν τον διώχναν.
( Η Έξοδος, τ. Α’, Μαρτυρία Άννας Καραπέτσου )
Θεέ μου, κοιτάξτε τη μαούνα
Έτρεχα κι εγώ, μαζί με όλους, μη ξέροντας πού. Μερικοί έτρεξαν σε μια αποβάθρα. και άρχισαν να πηδάνε μέσα σε μια μαούνα που ήτανε εκεί. Η μαούνα γέμισε. “Όχι άλλους, θα βουλιάξουμε“, φώναζαν και έκαναν κουπιά με τα χέρια τους να απομακρυνθούν. Εμείς κοιτάζαμε.
Μερικοί έλεγαν: “Αυτοί γλίτωσαν το μαχαίρι, ίσως φτάσουν σε κανένα πλοίο να σωθούν“. Ακούστηκε ένας τρομερός κρότος και η αποβάθρα υποχώρησε από το πολύ βάρος του κόσμου. Εκατοντάδες άνθρωποι έπεσαν στα βαθιά νερά. Η μαμά μας έμεινε εμβρόντητη, ενώ εμείς την τραβούσαμε απάνω, το ένα της πόδι ήτανε στο κενό. Η θάλασσα κόχλαζε από χέρια και πόδια. Όσοι ήταν κοντά πιάστηκαν για να βγουν. Αλλά οι Τούρκοι δεν άργησαν να μαζευτούν πιο λυσσασμένοι. Άρχισαν να πυροβολούν μέσα στη θάλασσα, όσους κολυμπούσαν. Σ’ έναν, που είχε κατορθώσει να πιαστεί για ν’ ανέβει, με μια σπαθιά του έκοψαν και τα δύο χέρια, που έμειναν σφιχτά γαντζωμένα, ενώ ο ίδιος, με μάτια γεμάτα τρόμο, χάθηκε στο νερό.
Εμείς τρέχαμε να σωθούμε μέσα στον κόσμο που συνέχιζε το δρόμο του. Για μια στιγμή η Ρόζα φώναξε:
-Θεέ μου, κοιτάξτε τη μαούνα!
Όσοι δεν ξέρανε κολύμπι, είχαν ανέβει κι από το βάρος έγειρε κι έπεσαν όλοι στη θάλασσα. Από τον κόσμο αυτό, κανείς δε γλίτωσε.
( Ανζέλ Κουρτιάν, Τα τετράδια… )
Χιλιάδες μυριάδες Χριστιανοί είχαν πια σωριαστεί στις ακρογιαλιές της Μικράς Ασία, ελπίζοντας να σωθούν, ας είναι και κολυμπώντας. Οι πρώτοι Τούρκοι είχαν φτάσει μπρος στη Σμύρνη. Δεν τους συγκρατούσε τίποτα. Χυθήκανε μέσα στην πολιτεία σφάζοντας, αρπάζοντας. Οι πρώτες φωτιές είχαν κιόλας ανάψει, κόρωναν. Μεσ’ στην παραζάλη, μανάδες χάνουν τα παιδιά, ο άντρας τη γυναίκα. Οι ξένοι κάνουν ακόμα μιαν επαίσχυντη πράξη.
Τα καράβια τους σαλπάρουν, χωρίς να σώσουν από του χάρου τα δόντια τους δύστυχους Χριστιανούς, που πηδάνε στο νερό παρακαλώντας “βοήθεια! βοήθεια!“. Κι αν πρόκανε κανένας και κρεμάστηκε από μια κουπαστή ή από καμιά σκάλα καραβιού, του λύνουνε τα χέρια με το ζόρι, με τον κόπανο, ίσως με το μαχαίρι. Θηριωδίες, θα πεις, ανάκουστες. Φοβήθηκαν τάχα οι ξένοι καπεταναίοι να μη βουλιάξουν τα καράβια τους από το παραφόρτωμα;
Αντίκρυ η Σμύρνη καίγεται, τριζοβολάει μέσα στις φλόγες, πνίγεται στους καπνούς τους μαύρους. Το Και -η παραλία- πνιγμένη στον κόσμο, που δέρνεται μ’ αλλοφροσύνη, ποιος να σωθεί. Οι φλόγες μανιάζουν δέκα, είκοσι το πολύ μέτρα πίσω τους. Μπροστά η θάλασσα με τα ξέχειλα καράβια, που επιπλέουν, με τα βρώμικα νερά, να σωθούνε, να σωθούνε, να σωθούνε!…
( Θ. Πετσάλη-Διομήδη, Σελίδες τραγωδίας, περιοδικό Νέα Εστία, Μνήμη Μικράς Ασίας, Χριστούγεννα 1972, (Τεύχος 1091), σ. 50 )
Πηγή: “Ιστορία Νεότερη και Σύγχρονη”, τεύχος Β’, για την Γ’ Ενιαίου Λυκείου.
.