«Κάποιοι με είπαν τρελό…»
του Γιάννη Ιωάννου
Σημερινή, 09 Νοεμβρίου 2008

Πριν από δεκατέσσερα χρόνια ο Ρασίντ Μουσταφά, Κούρδος από τη Συρία, μαζί με τη σύζυγό του και το μικρό τους κοριτσάκι ηλικίας τότε ενός έτους, ξεκίνησαν από τη χώρα τους για την Κύπρο, αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Οι δυσκολίες προσαρμογής ήταν πολλές το πρώτο διάστημα, όμως, στη συνέχεια, όλα πήγαν καλά. Η οικογένεια μεγάλωσε, αφού άλλα δύο κοριτσάκια γεννήθηκαν στην Κύπρο και σήμερα όλοι ζουν μια ήσυχη ζωή στον Ύψωνα.
Ο Ρασίντ, 39 χρονών, έγινε γνωστός πρόσφατα όταν βρήκε στο δρόμο ένα τσαντάκι με δώδεκα χιλιάδες ευρώ που έχασε επιχειρηματίας από τη Λεμεσό και το παρέδωσε στην Αστυνομία. «Εύγε» τού είπαν κάποιοι, «αχ!! το βλάκα» είπαν άλλοι. Σημασία, όμως, για τον ίδιο και την οικογένειά του έχει, όπως λέει ο ίδιος, να μην τρώνε ψωμί από λεφτά που δεν βγήκαν με τίμιο τρόπο.
Ο κόσμος είδε τον Ρασίντ στις τηλεοράσεις μετά την παράδοση των χρημάτων και από εκείνη τη στιγμή η ζωή του άλλαξε. Όλοι τον γνωρίζουν στο δρόμο, τον χαιρετούν με καλοσύνη, άλλοι μειδιούν παράξενα… Όσο για την πρώτη μέρα που πήγαν στο σχολείο οι τρεις θυγατέρες του, αυτή «δεν περιγράφεται» όπως μας είπαν.
Στο Δημοτικό, η μικρότερη, η Φιορεντίνα, που είναι στην πέμπτη τάξη, έγινε δεκτή στην αίθουσα διδασκαλίας με ένα θερμό χειροκρότημα από τους συμμαθητές της και όταν οι δάσκαλοι τής είπαν «συγχαρητήρια» για τον πατέρα της, ένιωσε περήφανη. «Έκανε μια καλή πράξη ο πατέρας μας» θα μας πει με ένα διάπλατο χαμόγελο η Φιορεντίνα. Οι δύο μεγαλύτερες -η δεκατριάχρονη Ρουσιάν και η δεκαπεντάχρονη Τζεϊλά- πήγαν στο Γυμνάσιο όπου φοιτούν και οι συμμαθητές τους τούς έδωσαν συγχαρητήρια. Η Ρουσιάν λέει: «Κάποιοι μας είπαν ”καλά έκανε ο πατέρας σας”, κάποιοι μας είπαν ”δεν έπρεπε να τα παραδώσει”. Όμως εγώ είμαι σίγουρη ότι έκανε το σωστό».
Ερχόμενος στην Κύπρο για να δουλέψει και να πάρει λεφτά, ο Ρασίντ αισθανόταν πραγματικά σαν ξένος τις πρώτες μέρες.
«Δεν είχα φίλους, δεν γνώριζα κανέναν, δεν με βοήθησε κανείς. Βρήκα εργασία αμέσως σε ένα εργοστάσιο και σύντομα άρχισα να κάνω φίλους Κύπριους. Δούλευα στο εργοστάσιο δεκαέξι ώρες και έπαιρνα εννέα λίρες. Όταν με γνώρισαν λίγο, με αντιμετώπισαν πολύ καλά και δεν έχω παράπονο από κανέναν. Ήθελαν όλοι λίγο χρόνο να με γνωρίσουν και μετά όλοι με έβλεπαν πολύ φιλικά. Έτσι, μόλις πέρασε ένας μήνας και είδα ότι όλα είναι καλά, ειδοποίησα τη σύζυγό μου που πήρε το παιδί και ήρθε».
Όπως λέει, δεν αντιλήφθηκε ποτέ να τον αντιμετωπίζουν σαν ξένο, να τον υποτιμούν, αφού «όταν κάποιος είναι καλός, δεν έχει τέτοια προβλήματα απλώς και μόνο επειδή είναι ξένος».
Στο σχολείο
Τα τρία παιδιά φοιτούν σε σχολεία στο Ύψωνα. Όπως μας είπαν, ποτέ δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Οι συμμαθητές τους συμπεριφέρονται πολύ καλά στα κορίτσια. Το ότι κατάγονται από μια ξένη χώρα, αυτό δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημα. Η μεγαλύτερη, η Τζεϊλά, θα μας πει: «Μα κι εμείς νιώθουμε Κύπριες. Εγώ όταν ήρθα, ήμουν ενός χρόνου. Οι αδελφές μου γεννήθηκαν στην Κύπρο, μιλάμε μόνο Ελληνικά και θέλουμε να μείνουμε στην Κύπρο. Δεν μπορώ να σκεφτώ ότι κάποια μέρα θα μας ζητήσουν να φύγουμε… γιατί εδώ είναι η πατρίδα μας».
Αιτήθηκε πολιτικό άσυλο
Μπαίνοντας στο σπίτι της οικογένειας, βλέπουμε στον τοίχο τη φωτογραφία του φυλακισμένου Κούρδου ηγέτη Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Μας λέει ο Ρασίντ: «Εργάστηκα λίγο καιρό στα γραφεία του Κουρδιστάν στη Λεμεσό. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μην μπορώ τώρα να επιστρέψω πίσω στη Συρία. Το όνομά μου είναι σε μια λίστα στο αεροδρόμιο. Μπορεί να με πάρουν δικαστήριο, μπορεί στη φυλακή χωρίς δίκη. Πέθανε η μητέρα μου πριν από τρία χρόνια και δεν πήγα για το λόγο αυτό στη Συρία».
Ο Ρασίντ αποτάθηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες και ζήτησε πριν από τέσσερα χρόνια την παραχώρηση πολιτικού ασύλου. Όπως μας είπε, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του ανησυχούν μήπως μια μέρα του απαντήσουν αρνητικά. Η σύζυγός του θα μας πει: «Δεν ξέρουμε τι θα ξημερώσει αύριο. Τα παιδιά φοβούνται μήπως μας διώξουν κάποια στιγμή. Ποτέ δεν δημιουργήσαμε οποιοδήποτε πρόβλημα στα χρόνια που ζούμε στην Κύπρο και αγαπήσαμε αυτόν τον τόπο. Πολλές φορές όταν με ρωτούν, τους λέω ότι κατάγομαι από τον Ύψωνα και έτσι νιώθω πραγματικά».
«Δουλεύω σκληρά για την οικογένειά μου»
Μετά από μερικά χρόνια που εργάστηκε στο εργοστάσιο, ο Ρασίντ άλλαξε εργασία. «Είμαι μπογιατζής σπιτιών. Τελειώνω ένα σπίτι και αν ο ιδιοκτήτης του είναι ευχαριστημένος μαζί μου, με συστήνει σε άλλον, μετά σε άλλον και ποτέ δεν είχα πρόβλημα με την εργασία. Όταν είσαι καλός άνθρωπος, καλός στη δουλειά σου και δεν είσαι ακριβός, πάντα δουλεύεις. Και εγώ αυτό κάνω, δουλεύω σκληρά για την οικογένειά μου». Η σύζυγός του δεν εργάζεται, αφού έχει τα τρία παιδιά που πρέπει να φροντίσει και επιπρόσθετα ένα πρόβλημα υγείας στην πλάτη δεν της το επιτρέπει. Και όμως, όπως μας λέει, ποτέ δεν εκμεταλλεύθηκε το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει.
«Ποτέ δεν ζητήσαμε επίδομα από την κυβέρνηση. Να είναι καλά ο Ρασίντ να εργάζεται και ο Θεός θα μας βοηθά πάντα. Τα παιδιά μου είναι καλές μαθήτριες, διαβάζουν πολύ, δεν θέλουμε λεφτά, δεν θέλουμε να γίνουμε πλούσιοι».
Όταν βρήκε τα λεφτά στο δρόμο ο Ρασίντ, ήρθε στο νου του αμέσως κάτι που έμαθε από μικρός και αποτελεί ένα είδος νόμου για την πατρίδα του.
«Αν κάποιος φάει ψωμί από λεφτά που δεν του ανήκουν, τότε αρρωστά και τα τρώει όλα στους γιατρούς. Έτσι τα παρέδωσα, έστω και αν μου λένε κάποιοι ότι είμαι βλάκας που το έκανα. Εγώ βλέπω ότι εδώ στην Κύπρο με τη συμπεριφορά μου έκανα φίλους που με αγαπούν. Και σήμερα, μετά το περιστατικό αυτό, απέκτησα περισσότερους φίλους. Ο άνθρωπος που έχασε τα λεφτά, όπως μου είπε, δεν πίστευε ότι ένας ξένος θα έκανε κάτι τέτοιο, όμως όλοι άνθρωποι είμαστε και υπάρχουν καλοί και κακοί σε όλες τις χώρες. ”Γίνεται να βρεις τόσα λεφτά και να τα δώσεις του αστυνόμου, μα είσαι πελλός ρε;” με ρώτησε κάποιος, αλλά εγώ τους απαντώ ότι λεφτά ξένα δεν θέλω».
Όπως λέει, δεν αντιλήφθηκε ποτέ να τον αντιμετωπίζουν σαν ξένο στην Κύπρο, με εξαίρεση το πρώτο μικρό χρονικό διάστημα μέχρι να τον γνωρίσουν.





Ο κυπριακός μεταμοντερνισμός συνδυάζει σουρεαλισμό με ναρκισσισμό και δεν γυρίζει πίσω. Χρειάστηκε μισός αιώνας να μετατρέψουν τον Κύπριο της διπλανής πόρτας, από αγνό, αμόλυντο και ασυμβίβαστο μαχητή σε μεταμοντέρνο. Ο «συμβιβασμός» έγινε συνήθεια και κλείδωσε μια για πάντα στα χρονοντούλαπα της ιστορίας την κατοχή. Από τον απελευθερωτικό αγώνα και τα περήφανα νιάτα περάσαμε στον ευνουχισμό χωρίς μεσοδιάστημα αλλά αντέχουμε, γιατί είμαστε πιο ανθεκτικοί και από τις κατσαρίδες.
Το κλασικό μυθιστόρημα του μεγάλου Γάλλου δημιουργού, «οι Άθλιοι», με το διωκώμενο Γιάννη Αγιάννη και τον ανελέητο διώκτη του Ιαβέρη, με φόντο τη Γαλλική κοινωνία της προκλητικής οικονομικής ανομοιογένειας, προβλημάτισε και συγκίνησε αμέτρητα εκατομμύρια αναγνωστών, όταν πρωτοδημοσιεύθηκε έως και σήμερα. Τον Βίκτωρα Ουγκώ δεν χρειάζεται να σας τον συστήσω.

«Προέλευση των Νεολιθικών ανθρώπων της Ελλάδας με βάση μελέτη του πατρικά κληρονομούμενου DNA» είναι ο τίτλος της έρευνας που πραγματοποίησε ο Καθηγητής Γενετικής του Α.Π.Θ., Κωνσταντίνος Τριανταφυλλιδης, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κρήτης και Πανεπιστήμια από τις Η.Π.Α., τον Καναδά, τη Ρωσία και την Τουρκία. Στην έρευνα απομονώθηκε DNA από 193 δείγματα αίματος ανδρών από την Κρήτη και 171 δείγματα αίματος ανδρών από την Ηπειρωτική Ελλάδα που ζουν σε κοινότητες με γνωστούς Νεολιθικούς οικισμούς. Συγκεκριμένα, στη Νέα Νικομήδεια (Βέροια), στο Σέσκλο και στο Διμήνι (περιοχή Βόλου), στο Σπήλαιο του Φράχτη (περιοχή Κρανιδίου) και στη Λέρνη (στο νομό Αργολίδας).
Με άλλα λόγια, ο Ελληνικός χώρος δεν αποικίστηκε από κατοίκους της Αιγύπτου. Αντίθετα, τα αποτελέσματα της ανάλυσης του DNA στην πραγματικότητα παρέχουν αποδείξεις που υποστηρίζουν τις πληθυσμιακές μετακινήσεις από την Ανατολία. Τα αποτελέσματα αυτά καταρρίπτουν την Αφροκεντρική θεωρία της “Μαύρης Αθηνάς” που διατυπώθηκε από ορισμένους επιστήμονες (τον Martin Bernal, συγγραφέα του πασίγνωστου βιβλίου “Η ΜΑΥΡΗ ΑΘΗΝΑ”) και πρόσφατα από Σκοπιανούς. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία το θαύμα του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού ήταν αποτέλεσμα αντιγραφής από Αιγυπτιακές πηγές και ότι η ίδια η Ελλάδα αποικίστηκε από κατοίκους της Αφρικής.



