Λάμπρος Γ. Καούλλας ΙΙ
«ΝΟΗΤΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΣ»
www.N-A.gr
18 Μαΐου 2006
Κανείς δεν αμφιβάλλει
ότι το Δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004, αλλά και η συζήτηση γύρω από
το Σχέδιο Ανάν εν γένει, ταρακούνησε τα στάσιμα και δυσώδη νερά του
Κυπριακού, τουλάχιστον από κοινωνικής άποψης. Με άλλα λόγια,
το Σχέδιο Ανάν «ανάγκασε» τους εν πολλοίς απαθείς Κύπριους
να ασχοληθούν έντονα, μετά από χρόνια, με το μέγα εθνικό πρόβλημα.
Συνεπώς, το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος, εκτός του ότι διέσωσε τον
τόπο από την νόμιμη και διακοσμημένη διχοτόμηση επέφερε και κάτι
κοινωνικά θετικό, το οποίο ίσως δεν προσέξαμε αρκετά.
Αλλά
ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή,
όπως τα βλέπω εγώ τουλάχιστον. Από το 1974 και έπειτα, και μέχρι και το 1996 που
δολοφονοθήκαν άνανδρα οι εθνομάρτυρες Ισαάκ και Σολωμού, ο Ελληνικός
Κυπριακός Λαός διατηρούσε αναμμένη την φλόγα της αγωνιστικότητας.
Συνειδητοποιούσε πλήρως ότι η Κύπρος τελούσε υπό κατοχή, συμμετείχε
μαζικότερα σε πορείες, διαμαρτυρίες και συλλαλητήρια
και δεν πέτυχε κανένας, παρά τις όσες προσπάθειες έγιναν, να του
αμφισβητήσει την Ελληνικότητά του σε σοβαρό βαθμό. Ωστόσο, από το 1998
περίπου και μετά,
για πολλούς και διάφορους λόγους,
ο λαός μας σιγά σιγά άρχισε να χάνει την
αυτοπεποίθηση του, να πέφτει όλο και βαθύτερα στον λήθαργο της ύλης,
να μην πολυενδιαφέρεται για τα εθνικοπολιτικά θέματα,
να δέχεται
παθητικά όσους Νεοκύπριους
φώναζαν και φωνάζουν για αφελληνισμό και
ξέχασε το ίδιο το «Δεν Ξεχνώ». Οι ελληνικές σημαίες σταδιακά
αντικαθίστανται από την σημαία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ο πατριωτισμός
δαιμονοποιείται ως σωβινισμός και ως ο παράγοντας που επέφερε όλα
τα κακά στην νήσο, η εξάρτηση μας από τον υλικό κόσμο χειροτερεύει,
η ξενόφερτη κουλτούρα και η παγκοσμιοποίηση γινόνται όλο και
πιο αισθητές. Οι Νεοκύπριοι όλων των αποχρώσεων βρίσκουν πλέον
πρόσφορο εδαφος να δράσουν, όπως και έκαναν. «Έλληνας», «πατριώτης»,
«έθνος», «Μητέρα Ελλάδα», «Σημαία», «Ελληνισμός»
είναι πλέον λέξεις ταμπού
αλλά και ντεμοντέ και όσοι μιλούσαν γι’
αυτά ήταν τουλάχιστον γραφικοί...
Μετά ήρθε το Σχέδιο
Ανάν. Οι μήνες που ακολούθησαν ήταν σημαδιακοί. Ενώ γίνονταν τα όσα
γίνονταν σε πολιτικό επίπεδο, παράλληλα, συντελείτο μια
αναδιαμόρφωση και ανακατάταξη στην ελληνοκυπριακή
κοινωνία. Ξαφνικά ο πολίτης, ο κάθε πολίτης, απέκτησε ενδιαφέρον
για τα κοινά, για το μέλλον του τόπου, ύψωσε την φωνή του και εν τέλει
απέρριψε το ξενόφερτο σχέδιο. Μέσα στο 76% όμως δεν ήταν μόνο η άρνηση
του Λαού να δεχτεί ένα καταστροφικό σχέδιο. Πέραν τούτου, η άρνηση του
Σχεδίου Ανάν έκρυβε κάτι πιο μεγάλο, πιο διαχρονικό, πιο σημαντικό. Ο
Έλληνας Κύπριος ξανανακαλύπτει την χαμένη του ταυτότητα μέσα στον
νεοκυπριακό, παγκοσμιοποιημένο, νεοταξικό, υλιστικό κυκεώνα. Την
ελληνική του ταυτότητα. Δεν λέω ότι αποβάλαμε αίφνης τα παραπάνω.
Μακάρι να τα αποβάλλαμε εν μια νυκτί. Αλλά σήμερα στην ελεύθερη Κύπρο,
από την Πάφο ως την Λεμεσό και τις ορεινές περιοχές ως την πρωτεύουσα και
στην Λάρνακα μέχρι και τα Κοκκινοχώρια κυματίζουν
άφοβα ελληνικές σημαίες.
Ελληνικές σημαίες χωρίς να υπάρχει «ιδιαίτερος» λόγος. Σε σπίτια,
πολυκατοικίες, καταστήματα, περιβόλια, μπαλκόνια, παράθυρα, αυτοκίνητα,
δρόμους. Ξαφνικά βρήκαμε και πάλι το θάρρος – ως Λαός και όχι απαραίτητα
ως κομματικές ηγεσίες… - να υψώσουμε το ανάστημά μας.
Και ο
αναζωογονημένος αυτός πατριωτισμός δεν είναι μόνο ένα ρομαντικό φαινόμενο.
Είχε και ουσιαστικά αποτελέσματα. Το Σχέδιο Ανάν και η άρνηση προς
αυτό έριξε προσωπεία και απεκάλυψε πρόσωπα. Αληθινά πρόσωπα.
Πρόσωπα που πίσω από τις μάσκες πουλούσαν φτηνό εθνοπατριωτισμό
και αντιιμπεριαλισμό. Τις μάσκες που παρέσυραν στον δρόμο τους την
πλειοψηφία του λαού μας. Το Σχέδιο Ανάν και άρνησή προς αυτό βοήθησε τους
Ελληνοκύπριους να καταλάβουν τι ρόλο έπαιζαν τα δύο μεγάλα κόμματα του
Διπολισμού και οι εκάστοτε νεροκουβαλητές τους.
Με
αφορμή το ΝΑΙ και το ΟΧΙ ζήσαμε ζωντανά και έντονα μια αντιπαλότητα που
φωλιάζει βαθιά στην ρίζα του Κυπριακού, την σύγκρουση των «Νεοκυπρίων» με
τους «Έλληνες Κύπριους». Πολύ χονδρικά και χωρίς να θέλω να
γενικολογήσω, οι πρώτοι είναι οι Ελληνοκύπριοι εκείνοι που στην καλύτερη
περίπτωση προσπερνούν ή αρνούνται και στην χειρότερη
χλευάζουν και πολεμούν την ελληνική μας καταγωγή και
υποστηρίζουν ότι ως «σκέτοι» Κύπριοι είμαστε ξεχωριστός λαός ή και έθνος,
παραγράφοντας τόσο την μακραίωνη όσο και την πρόσφατη
(με τις τόσες
αδικίες εις βάρος μας)
Ιστορία μας χάριν μιας ψευδεπίγραφης και σε σαθρά
θεμέλια στηριζόμενης «επαναπροσέγγισης» και «ειρηνικής συνύπαρξης».
Αυτοί επιρρίπτουν την ευθύνη για όλα τα κακά του τόπου στον «ελληνοκυπριακό
εθνικισμό» προσπερνώντας με άνεση την
ουσία του Κυπριακού που είναι
καθαρά πρόβλημα βίαιης στρατιωτικής εισβολής, παράνομου
εποικισμού και εσκεμμένης εθνοκάθαρσης παραβλέποντας έτσι τον
ρόλο της κατοχικής Τουρκίας και τα συνωμοτικά σχέδια Βρετανών και
άλλων ξένων δυνάμεων. Η άλλη «παράταξη», αυτών
δηλαδή που δηλώνουν,
προασπίζουν και στην καλύτερη περίπτωση συμβουλεύονται κιόλας
τις ελληνικές μας ρίζες και Ιστορία και οι οποίοι μέχρι
σήμερα δρουν και πολιτεύονται με βάση τα εθνικά μας δίκαια και τον λαμπρό
και πανανθρώπινο πολιτισμό μας.
Στα πλαίσια πάντοτε
φυσικά των νόμιμων
διεκδικήσεων
μας και πρωτίστως με σεβασμό στο σύνοικο στοιχείο και στην
αντίθετη άποψη,
αν και ορισμένοι κάποτε φτάνουν σε σημείο πατριδοκαπηλείας (και οι
«Έλληνες» αυτοί ανήκουν συνήθως στον Διπολισμό...). Αντίθετα, ο ίδιος σεβασμός δεν διακρίνεται πάντοτε στους λιγοστούς οπαδούς
του «γνήσιου» Κυπριωτισμού που, ως επί το πλείστον, καταφέρονται με
εμπάθεια και φανατισμό κατά των ιδεολογικών τους αντιπάλων, με
χαρακτηριστικό παράδειγμα την δημόσια αρθογραφία τους.
Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι τα δύο κόμματα του Διπολισμού,
με την πολιτική που ακολουθούν στο εθνικό θέμα, θέλωντας και μη έχουν
την μεγαλύτερη πλειοψηφία οπαδών του
Κυπριωτισμού από τα κόμματα του
Ενδιάμεσου Χώρου
που είναι της ελληνικής – εθνικής γραμμής. Στο σημείο αυτό
φυσικά θα πρέπει να τονισθεί ότι «Νεοκύπριοι» και «Έλληνες Κύπριοι»
υπάρχουν, δρουν και πολιτεύονται σε όλα σχεδόν τα πολιτικά κόμματα.
Είναι βαρύνουσας σημασίας λοιπόν όχι τόσο κόμμα, αλλά η ξεχωριστή
προσωπικότητα και ιστορία του κάθε υποψηφίου.
Η
21η Μαϊου 2006 λοιπόν είναι πολύ κοντά. Είναι η ευκαιρία
του Κυπριακού Ελληνισμού να απογαλακτιστεί επιτέλους από το καρκίνωμα
του Διπολισμού. Με την δυναμική του Δημοψηφίσματος να συνεχίσει την ορθή,
διεκδικητική κατά τα φαινόμενα (και τουλάχιστον μέχρι αυτή την στιγμή)
γραμμή Τάσσου Παπαδόπουλου και σε ένα διακομματικό άξονα
προσωπικοτήτων τύπου Λυσσαρίδη – Κουτσού – Αγγελίδη
να χαράξει την πορεία για μια δίκαιη, βιώσιμη και εθνικά έντιμη λύση του
Κυπριακού.
Να
ενισχύσει ποικιλοτρόπως τον Ενδιάμεσο Χώρο πλήττοντας
ανεπανόρθωτα το τέρας του Διπολισμού που επί δεκαετίες μας παρέσυρε
με την ανέξοδη και ανούσια κυανέρυθρη συνθηματολογία του στον κατήφορο της
αβάσταχτης εθνικής υποχωρητικότητας και της αλλοπρόσαλλης
πολιτικής του δεδομένου ενδοτισμού.
Τιμήστε
με την ψήφο σας τις δυνάμεις, αλλά κυρίως τις προσωπικότητες εκείνες του
Ενδιάμεσου Χώρου που έχουν θέσεις που είναι συνεπείς, τίμιες
και ατόφιες. Που δεν φοβούνται και δεν «κομπλάρουν» να πουν ότι,
ναι, προασπίζουμε τα δίκαια του Ελληνισμού της Κύπρου. Που θα
εξαργυρώσουν με πολιτικές και λαϊκές επιτυχίες τους μόχθους και το
αβάσταχτο οικονομικό πλήγμα που επέφερε η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση,
στην προσπάθειά τους για Ευρωπαϊκή Λύση.
Αυτές
οι εκλογές λοιπόν είναι καθοριστικές διότι πρέπει επιτέλους να
τοποθετηθούμε: ή βλέπουμε το βραχυπρόθεσμο μας προσωπικό
συμφέρον με τις μίζες, τις «διευκολύνσεις» και τα ρουσφέτια μας,
παραμένουμε απαθείς και αδρανείς όσον αφορά το Κυπριακό και ενισχύουμε τον
συρρικνούμενο νεοκυπριακής ροπής Διπολισμό ή αναλαμβάνουμε τις ευθύνες
μας απέναντι στην μακραίωνη ελληνική μας Ιστορία και τον παναθρώπινο
και οικουμενικό μας Πολιτισμό και υποστηρίζουμε τις εθνοκεντρικές εκείνες
δυνάμεις, μα κυρίως τις προσωπικότητες εκείνες, του Ενδιάμεσου
Χώρου.
Το
Δημοψήφισμα ταρακούνησε τα λιμνάζοντα νερά. Θα το αφήσουμε να μείνει
μια τρύπα στο νερό και να χαθεί, ή θα προκαλέσουμε τρικυμία ανανέωσης και
μεταρρύθμισης; Η απόφαση δική μας, οι συνέπειες άλλωστε πάλι δικές
μας.
|