ΠΟΙΗΣΗ

Θ Ο Δ Ο Σ Η Σ   Π Ι Ε Ρ Ι Δ Η Σ

 

[ Δρ Α. Σισμάνη, από την εφημερίδα "Χαραυγή" 24 Απριλίου 2005 ]

Η στήλη σας παρουσιάζει αποσπάσματα της «Κυπριακής Συμφωνίας» του Θοδόση Πιερίδη, που η πρώτη της έκδοση έγινε το 1956, εμπνευσμένη από τον αγώνα της ΕΟΚΑ του 1955 - 59 και ταυτόχρονα μια ουσιαστική καταδίκη κάθε ξένου δυνάστη. «Τραγούδησε ό,τι πιο θεμελιακό έχουν όλ' οι λαοί κάθε καιρού και τόπου: πατρίδα, λεφτεριά, δικαιοσύνη». (Κώστας Βάρναλης, από την ιδιόχειρη εισαγωγή στην «Κυπριακή Συμφωνία»).

Ο ποιητής Θοδόσης Πιερίδης γεννήθηκε το 1908 στο χωριό Τσέρι της Κύπρου. Μεγάλωσε στο Κάιρο. Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού.

Στην Αίγυπτο είχε μια πλούσια δημοκρατική δράση. Αρθρογράφησε σ' όλα τα προοδευτικά φύλλα του αιγυπτιώτη Ελληνισμού και, από το 1942 ώς το 1946, έβγαζε στην Αλεξάνδρεια το περιοδικό «Ελλην». Για τη δράση του αυτή, το αγγλόδουλο καθεστώς του Φαρούκ τον απέλασε από την Αίγυπτο. Για τους ίδιους λόγους αναγκάστηκε αργότερα να εγκαταλείψει και την αγγλοκρατούμενη Κύπρο. Εζησε για χρόνια σε διάφορες χώρες της Ευρώπης -κυρίως στη Γαλλία και Ρουμανία- και μπόρεσε να επιστρέψει στην πατρίδα του μόνο το 1962, ύστερα από την ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας.

Το ποιητικό του έργο το άρχισε γύρω στα 1928, με δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και περιοδικά της Αλεξάνδρειας, της Αθήνας και της Κύπρου. Το πρώτο του βιβλίο («Ξέρουμε κ' εμείς να τραγουδούμε») τυπώθηκε στο Κάιρο το 1937. Ακολούθησαν πολλές ποιητικές συλλογές. Η «Κυπριακή Συμφωνία» θεωρήθηκε σαν «το ωραιότερο, το πιο δυνατό έπος που γράφτηκε από Ελληνα ποιητή για την πατρίδα μας» (Τεύκρος Ανθίας), «ένα ορόσημο στη νεοελληνική ποίηση, ένα ποίημα μνημείο» (Π.Ν. Ξένος), «μια πλατειά τοιχογραφία, με χώρο εξασφαλισμένο για την κάθε έφεση του ζωγράφου - ποιητή» (Γλαύκος Αλιθέρσης), ένα έργο «όπου όλα -μνήμες, χρώματα, αισθήματα, παλμός, οργή, τρυφερότητα- ενορχηστρώνονται σ' ένα πολύφωνο, συνθετικό ποίημα» (Σοφ. Χρυσοστομίδης).

Ο ποιητής της «Κυπριακής Συμφωνίας» θεωρήθηκε σαν ένας «επιδέξιος ενορχηστρωτής εικόνων και αισθημάτων, που πάνε να συγκροτήσουν μια πλούσια πολυφωνία» (Μάρκος Αυγέρης), «ποιητής - μαχητής, με ιδέες φωτεινές, που τις απλώνει σε εξαίσιους στίχους» (Νίκος Παπαπερικλής).

 

Και μάθε πως όχι τα κλαριά να μας κόψεις

όχι τα σπίτια που μας έκαψες

μόνο πέτρα πάνω στην πέτρα να μη μείνει

δεν προσκυνούμε

Τι τα δέντρα μας αν τα κόψεις και τα κάψεις

η γη μένει δική μας και τα ματακάνει.

Μόνον ένας Ελληνας να μείνει

- μόνος ένας σ' αυτή την Ελλάδα την ολόκληρη -

πάντα θα πολεμούμε. Και μην ελπίζεις

πως τη γη μας θα την κάμεις δική σου.

Βγάλτο απ' το νου σου.

Βγάλτο απ' το νου σου.

Βγάλτο απ' το νου σου.

***

Δεν είδατε εκείνα τα ορθομέτωπα παλικάρια την ώρα που τα δικάζατε

δεν είδατε, κάτω απ' τα στήθια τα φουρτουνιασμένα, την καρδιά τους

δεν είδατε, εκεί στο καρπόχερο, λίγο πάνω απ' τη χεροπέδα

δεν είδατε πως ξεκινούσε κιόλας με το ρυθμό της πνιγμένης γαλαζόφλεβας

αυτός ο χάρος που εσείς τον θρέψατε μεσ' στην καρδιά τους;

***

Θα σας εύρει!

Οπου κι αν πάτε θα τον εύρετε μπροστά σας

και πίσω σας και πλάι σας - όπου τρέξετε

θα τρέχει πίσω σας το χιλιοπόδαρο το μίσος

όπου κρυφτείτε, ο χιλιοπρόσωπος ο χάρος θα σας βρει.

***

Και κάλλιο να σας το πούμε από τώρα.

Ξανθοί ληστές, μήτ' ένα δε θα πάρετε

σβώλον από το χώμα μας - και μήτε

μια ελιά μας δε θα κόψει το τσεκούρι σας.

Μα κι αν την κόψει, αν τήνε σφάξει

πάλιν εμείς με το αίμα μας τη θρέφουμε

πάλιν εκείνη, αθάνατη, απ' τη ρίζα της

τρακόσια παραπούλια θα πετάξει!

***

Οχι, εσάς δε σας θέλει τούτη η γη, δε σας ξέρει!

Ολα εδώ 'ναι δικά μας! Τι απ' το κάθε λιθάρι

απ' το χώμα, απ' το δέντρο, το νερό και τ' αγέρι

το κορμί μας μια στάλα για να γίνει έχει πάρει.

Η ψυχή μας επήρε μια πνοή απ' το καθένα.

Ολα εδώ 'ναι δικά μας - μα για σας όλα ξένα!

***

Γιατί εσείς είστε ξένοι. Κι όσα βάγια αν κρατάτε

τούτη η γη δεν πουλιέται, δεν της γίνεστε φίλοι!

Η πατρίδα είναι μάνα κι έχει μνήμη - θυμάται

απ' τον άγιο της κόρφο ποια βυζάξανε χείλη.

Κ' η γλυκιά μας η Κύπρος ήταν, είναι, θα μένει

για τα τέκνα της μάνα - μα για σας πάντα ξένη.

***

Λογαριάσατε λάθος με το νου σας, εμπόροι,

δε μετριέται πατρίδα, λευτεριά με τον πήχη!

Κι αν μικρός είν' ο τόπος και το θέλει και μπόρει

τον ασήκωτο βράχο να τον φάει με το νύχι.

Τούτη η δίψα δε σβήνει, τούτη η μάχη δεν παύει, χίλια χρόνια αν περάσουν, δεν πεθαίνουμε σκλάβοι!

***

Αψηλά τις καρδιές μας! Μεσ' στης γης μας το χώμα πιο βαθιά ριζωμένοι - κι ας μανίζουν οι άνεμοι.

Τούτο ακόμα το χρόνο, τούτ' την άνοιξη ακόμα...

Στον ορίζοντα πέρα κάποιο φως κιόλας τρέμει.

Αψηλά τις καρδιές μας κι αρχινά να ροδίζει

η αλυσίδα μας πήρε να βογγά και να τρίζει.

***

Και σεις ξένοι, μακριά μας! Οθεν ήρθατε, πάτε!

Σας χωρά και περσεύει, όσοι αν είστε, η Αγγλία.

Μη βρουχιόστε σα λιόντες, τώρα πια δεν κρατάτε

στα σκληρά σας τ' αγκρίφια τις πατρίδες, σα λεία.

Στης Μεσόγειος τι θέτε τη γλυκιά γαλανάδα;

Εμείς είμαστε Κύπρος, εμείς είμαστε Ελλάδα!